ΕΟΡΤΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

    Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀπὸ ἑορτολογικῆς-ἱστορικῆς ἀπόψεως δὲν συναντᾶται σὲ κανένα βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς τὸ ἀντλοῦμε ἀπὸ ἄλλες ἐξωβιβλικὲς διηγήσεις-μαρτυρίες καὶ ἐγκωμιαστικοὺς λόγους ἁγίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. 

    Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε τὸ ἀπόκρυφο κείμενο μὲ τίτλο “De Transitu beatae Mariae virginis” ποὺ χρονολογεῖται τὸν 5 ο αἰῶνα, καὶ τὸ “Joannis liber de Dormitione Mariae” περὶ τὸν 6 ο αἰῶνα, μετάφραση ἀπὸ προγενέστερο Ἑλληνικὸ ἀπολεσθὲν κείμενο, τὸ ὁποῖο ἀργότερα θὰ μεταφραστεῖ καὶ σὲ ἄλλες γλῶσσες. Ἡ μετάφραση τοῦ τελευταίου θὰ ἀποτελέσει πηγὴ γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία δηλώνεται ὡς “Εὐθυμιακὴ Ἱστορία” καὶ ἐμπεριέχεται στὸν Β΄ Λόγο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Ὁ ἐγκωμιαστικὸς λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου παρουσιάζει μεγάλο ἐνδιαφέρον, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ ἀναληθῆ μυθιστορικὰ καὶ ὑπερβολικὰ στοιχεῖα.
    Λόγοι ἐγκωμιαστικοὶ Ἁγίων σχετικοὶ μὲ τὴν Κοίμηση εἶναι τοῦ Μοδέστου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης (συγγραφέως τοῦ Μ. Κανόνος), τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Α΄ Θεσσαλονίκης (συντάκτη τῆς Α´ συλλογῆς Θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἔργα τοῦ ὁποίου χρησιμοποιήθηκαν στὶς ἐργασίες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου), τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ,
τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ Α΄ Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, καθὼς καὶ ἄλλων.

    Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος δεχόμενη τὸν λόγο τοῦ Ἀγγέλου νὰ εἶναι ἐκείνη ποὺ θὰ φέρει ἐντός της τὸν Ἀχώρητο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ -μὲ τὴν προσωπική της συγκατάθεση στὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ- δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴν τιμηθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Τριαδικὸ Θεό, τοὺς Ἀγγέλους, τοὺς Ἁγίους, τοὺς ἀνθρώπους. «Διὸ σε πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς ἀπαύστως μακαρίζομεν».
    Ἡ ὕπαρξη ἑνὸς «πρωτογενοῦς Θεομητορικοῦ ἑορτολογικοῦ ὑλικοῦ» συνδέεται μὲ μιὰ τοποθεσία τριῶν μιλίων ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα πηγαίνοντας πρὸς τὴν Βηθλεέμ. Τὸ σημεῖο αὐτὸ ὀνομάζεται «Κάθισμα». Σύμφωνα μὲ τὸ ἀπόκρυφο ἔργο ποὺ ὀνομάζεται Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου (κεφ. 17 στίχ. 2-3). Ἡ Θεοτόκος πηγαίνοντας ἔγκυος οὖσα πρὸς τὴν Βηθλεὲμ μὲ τὴν συνοδεία
τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος, προκειμένου νὰ ἀπογραφοῦν κατὰ τὸ σχετικὸ διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορος Αὐγούστου, καθήμενη στὸ ὑποζύγιο καὶ σὲ ἀπόσταση τριῶν μιλίων ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα κουράστηκε καὶ ζήτησε νὰ κατέβει ἀπὸ τὸ ὑποζύγιο καὶ νὰ καθίσει προκειμένου νὰ ξεκουραστεῖ λόγω τῆς προχωρημένης κυοφορίας. Ὁ τόπος αὐτὸς ὅπου ἐκάθισε ἡ Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ἱερὸς χωρὶς ὡστόσο νὰ ὑπάρχει διαμορφωμένη ἑορτὴ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας, ἀλλὰ ἀπόδοση σεβασμοῦ στὸν ἱερὸ τόπο αὐτόν.
    Ἀργότερα ὁ Κύριλλος Σκυθοπολίτης (βιογράφος τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου) καθὼς καὶ ὁ Θεόδωρος Πέτρας (βιογράφος τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου) μαρτυροῦν ὅτι στὸ ἐπιλεγόμενο σημεῖο «Κάθισμα» ἀνοικοδομήθη ναὸς πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου γύρω στὸν 5 Ο μ.Χ. αἰώνα ὅταν Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ἦταν ὁ Ἰουβενάλιος (417-458 μ.Χ.). Οἱ μαρτυρίες τῶν δύο προηγουμένων μᾶς δείχνουν τὸν πρῶτο τόπο ἀλλὰ καὶ τὴν συχνότητα τῆς πρώτης, θὰ λέγαμε, ἀκαθόριστης ἑορτολογικὰ τιμῆς στὀ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου μία φορὰ τὸ ἔτος κατὰ τὴν 13 η Αὐγούστου.

    Ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Μαρκιανὸς (450-457 μ.Χ.) ἔκτισε ναὸ στὴν Γεσθημανή. Τρία χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του ἐμφανίζεται ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὶς 15 Αὐγούστου στὸν ὡς ἄνω ναὸ ἀντικαθιστώντας τὴν ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος».

    Ἐπὶ αὐτοκρατορίας Μαυρικίου (582-602 μ.Χ.) καθορίζεται διὰ αὐτοκρατορικοῦ διατάγματος ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στὶς 15 Αὐγούστου: α) υἱοθετώντας τὴν Ἱεροσολυμητικὴ ἡμερομηνία 15 Αύγουστου ὡς μνήμη τῆς Θεοτόκου καὶ β) βλέποντας τὴν αὔξηση τοῦ προσκυνηματικοῦ κόσμου στὸν ναὸ τῆς Γεσθημανῆς (πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅπως ἀναφέραμε παραπάνω) ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀκτινοβολία τοῦ προσκυνήματος στὸν τότε κόσμο. Δὲν δημιουργεῖ νέα ἑορτή, ἁπλῶς ἐπισημοποιεῖ τὴν ἤδη ὑπάρχουσα μὲ νομικὴ ἰσχύ.
    Στὸ σημεῖο αὐτὸ δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ παραλείψουμε τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνεκλήθη τὸ 431 μ.Χ. στὴν Ἔφεσο ἀπὸ τὸν
αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τὸν Β΄ καὶ προεδρεύοντος τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Ἁγίου Κυρίλλου. Ἡ Σύνοδος εἶχε ὡς στόχο νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τοῦ αἰρετίζοντος Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου (428-431 μ.Χ.) οἱ ὁποῖες σχετίζονται μὲ τὶς δύο φύσεις τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Ἐνανθρωπίσαντος Χριστοῦ. Αὐτὸ συνεπάγεται ὅτι ἡ Μαρία ἀπὸ τὴν Ναζαρὲτ ἦταν ἀνθρωποτόκος καὶ οὐχὶ Θεοτόκος. Ἡ Σύνοδος ὅμως καταδίκασε τὸν Νεστόριο καὶ τοὺς περὶ αὐτόν. Συμπερασματικὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι σὲ μία περίοδο διωγμῶν καὶ αἱρετικῶν δοξασιῶν θὰ ἦταν ἀρκετὰ δύσκολο νὰ ἔχουμε ἑορτὴ μὲ ἑορτολογικὸ
περιεχόμενο τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἀπόδοση φυσικὰ τιμῆς πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀπουσιάζει ὡς ούσα ἐλάσσονος σημασίας πρόσωπο, διότι «Τὸν δι' ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα». Ἡ Γέννηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐξαίρει καὶ τὸ πρόσωπο τῆς Μαρίας ἀπὸ τὴν Ναζαρὲτ ὡς Θεοτόκου.
    Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου δὲν σταματᾶ στὰ θλιβερὰ σύμβολα τοῦ  θανάτου, ὅπως τὸ νεκρὸ σῶμα, τὸ νεκροκράββατον καὶ τὰ τῆς ἐξοδίου
ἀκολουθίας, σύμβολα ποὺ ὑποδεικνύουν τὴν ἀνθρώπινη φύση τῆς Θεοτόκου. Ἀλλὰ ὅπως ὅλα στάθηκαν ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἔτσι καὶ ἡ Κοίμησίς της ἀποτελεῖ τὸν γλυκὺ ὕπνο διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀναπαυθεῖ γιὰ λίγο στὴν ἐπίκαιρη ζωὴ διὰ νὰ ἀρχίσει τὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὸν γλυκύτατο καὶ ἠγαπημένο Υἱό της -τοῦ ὁποίου τὴν ἄσπορο σύλληψη, κύηση καὶ γέννηση διακόνησε παραμένοντας παρθένος πρίν, κατὰ καὶ μετὰ τὴν γέννησή του- μὲ τὴν μετάστασή της εἰς τοὺς οὐρανούς.

    Τὰ προνόμια τῆς Θείας χάριτος διὰ τῆς θνητῆς φύσεώς της ἐφάνησαν μὲ τὴν εἰς τοὺς οὐρανοὺς Μετάστασή της. Ὁ τάφος στὴν Γεσθημανὴ «εὐρέθη κενὸς» διότι δὲν ἦταν δυνατὸν ἡ Μητέρα τῆς Ζωῆς, τὸ δοχεῖον τῆς συσσωρευμένης Θεότητος νὰ παραμείνει στὸν τάφο, ἀλλὰ μεταστάσα ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐκάθισε ἐκ δεξιῶν τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ, ὡς βασίλισσα τῶν οὐρανίων καὶ ἐπιγείων «τὰς δευτέρας, μετὰ Θεόν, τιμητικὰς λατρείας τῶν πιστῶν ἡ Ἐκκλησία ἀποδίδουσα», «κατέχοντας τὰ Δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος», καὶ λέγοντας «Παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου».

    Ὡς Βασίλισσα τῶν οὐρανῶν «Αὐτὴν σέβονται καὶ προσκυνοῦσιν ὅλα τῶν ἀσωμάτων τὰ τάγματα. Οἱ Ἄγγελοι τὸ καθαρώτατον ἔσοπτρον τῆς ἁγνείας, οἱ Ἀρχάγγελοι τὸ πολύτιμον σημεῖον τῶν θείων ἀποκαλύψεων, αἱ Ἐξουσίαι τὸ πανσθενὲς κράτος τῶν πιστῶν, αἱ Δυνάμεις τὸ ἀκαταμάχητον τεῖχος τῆς Ἐκκλησίας, αἱ Ἀρχαὶ τὴν σωτήριον ἀρχὴν τῆς παγκοσμίου ἀπολυτρώσεως, αἱ Κυριότητες τὴν ὑπερτάτην Κυρίαν τοῦ παντός, οἱ Θρόνοι τὸν ἔμψυχον θρόνον τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, τὰ Χερουβὶμ τὴν θεοδίδακτον μυσταγωγὸν τῆς ὑψηλῆς γνώσεως, τὰ Σεραφὶμ τὴν ἄσβεστον λαμπάδα τῆς θείας καθαρωτάτης ἀγάπης. Βασίλισσα, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται αὐτὴ ἡ τρισήλιος Θεαρχία. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὴν ἀνύμφευτον νύμφην ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος, τὴν ἀπείρανδρον Μητέρα ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, τὴν ἠγαπημένην θεόπαιδα».

    Ταῖς πρεσβείαις τῆς Μητέρας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ὡς καταφύγιον ἐπικαλούμαστε, προκειμένου νὰ διαπλεύσουμε τὴν ὑψουμένη θάλασσα τῶν πολλῶν καὶ συνεχομένων πειρασμῶν, ἐπιζητώντας μὲ τὶς μεσιτεῖες της πρὸς τὸν Πανάγαθο Τριαδικὸ Θεὸ τὴν διάσωση καὶ σωτηρία μας.